Tuesday, May 5, 2020

Παραλλαγές σ' ένα μοτίβο

Σήμερα θα γίνω λίγο φεμινιστής κι ας είναι, κατά τη γνώμη μου, λίγο υποτιμητικό, να στριμώχνεται κανείς σε -ισμούς. Αλλά το κάνω με καλή διάθεση. Δεν πάει πολύς καιρός, δε θυμάμαι πώς και γιατί, όταν έπεσε στην αντίληψή μου και τούτο το ριζίτικο :

« Μουδέ και μάνα μ’ έκανε μουδέ κι αντρούς σπορά 'μαι
   χρυσή τρυγόνα μ’ έκανε στου αγκαθιού τη ρίζα
   μα το ΄τ΄αγκάθι δροσερό κι εγοργανάθρεψέ με
   κι΄ επήρε με ένας βασιλιάς, ένας μεγάλος ρήγας
   να μαγειρεύω να δειπνά να στρώνω να κοιμάται
   να στέκω να τονέ κερνώ να με φιλεί στο στόμα. »

Να πω του στραβού το δίκιο, το λάτρεψα από τις πρώτες του γραμμές. Να πω τώρα μια μεγαλύτερη αλήθεια; Λάτρεψα μόνο τις πρώτες του γραμμές. Το ριζίτικο ξεκινά μ' εκείνη την επική απλότητα της δημοτικής ποίησης που σου αλώνει μεμιάς την καρδιά. Κι άμα ήταν τίποτα στενεμένη κι αλαζονική την απελευθερώνει απ' τα δεσμά της και την ξαμολά ν' αναπνεύσει εκ νέου. Μα 'κει κάπου στα μισά, ένιωσα πως το ποίημα με πρόδωνε και με παρατούσε να σέρνομαι στη λάσπη! Τέτοιο μανιφέστο ελευθερίας, τέτοια αδιαχώρητη στα κοινά μέτρα ψυχή, κι αντέχει ίσα-ίσα μισό ποιήμα, ώσπου να κατρακυλήσει ξανά στην κουζίνα και στο νοικοκυριό! Ορίστε να πούμε το όραμα της - πάλαι ποτέ - λαϊκής ψυχής για τη μοίρα της γυναίκας! Βέβαια, πολλά μπορούν να ειπωθούν εδώ για το πώς κάθε κοινωνία έχει τα δικά της μέτρα και σταθμά και πως η αληθινή αγάπη έβρισκε πάντα τον τρόπο να πλάσει τις λέξεις κατά την καρδιά των ανθρώπων. Εννοώ δηλαδή πως οι λέξεις αλλάζουν νόημα καταπώς τις προφέρει κανείς κι ακόμα περισσότερο καταποιός τις προφέρει. Κι οποιοσδήποτε έχει ερωτευθεί αληθινά και βαθιά στη ζωή του, έχει νιώσει στο πετσί του την απόλυτη εκείνη εξουσία την οποία - άκοντες ή άκουσες - επιβάλλουν ο ερώμενοι στα στήθια και στη βούληση των κυριευμένων.

Αλλά, τούτων λεχθέντων, μου μπήκε ο διάολος να ξαναπλάσω το ποίημα κατά τις προσμονές και τα μέτρα μου. Ξεκινώντας πάντα με τους ίδιους τρεις πρώτους στίχους, τους οποίους αγαπώ και δε θέλω να πειράξω στο παραμικρό, έκανα τις παρακάτω δύο προσπάθειες. Μία που παραμένει παραδομένη στο ακατάβλητο αίσθημα ελευθερίας κι ενότητας με το οποίο το ποίημα ξεκινά, μα προδίδει το ερωτικό περιεχόμενο, και μία που προσπαθεί να παραμείνει πιστότερη στο ταίριασμα της γυναίκας με τον άντρα, παλεύοντας ωστόσο να κρατήσει τις ισορροπίες. Κανείς να μην υποταχθεί στον άλλο περισσότερο απ' όσο του αναλογεί, κανείς να μην υψωθεί ή να μην ταπεινωθεί περισσότερο, δίχως ωστόσο να χαθεί εκείνη η γλυκιά παράδοση στην οποία, εν γνώσει του, αφήνεται ο ερωτευμένος, θυσιάζοντας ένα μέρος από τον εαυτό του σ' εκείνο που θεωρεί ιερό . Ίσως να μην τα κατάφερα πολύ καλά, μα τουλάχιστον προσπάθησα:

Παραλλαγή 1η

« Μουδέ και μάνα μ’ έκανε μουδέ κι αντρούς σπορά 'μαι
   χρυσή τρυγόνα μ’ έκανε στου αγκαθιού τη ρίζα
   μα το ΄τ΄αγκάθι δροσερό κι εγοργανάθρεψέ με
   κι είχα τ' αγρίμι γι' αδερφό, τον αητό για φίλο,
   μ' έμαθε ο αγέρας να μιλώ κι ο ποταμός να γράφω
   κι η γης βράχο μου χάρισε να στέκω να χορεύω. »

Παραλλαγή 2η

« Μουδέ και μάνα μ’ έκανε μουδέ κι αντρούς σπορά 'μαι
   χρυσή τρυγόνα μ’ έκανε στου αγκαθιού τη ρίζα
   μα το ΄τ΄αγκάθι δροσερό κι εγοργανάθρεψέ με
   κι επήρε με ένας αητός βραχο-μεγαλωμένος,
   να με κρατεί στα στήθη του να γίνομαι βροχούλα,
   να του κρατώ στα χείλη μου φωλιά να ξαποσταίνει. »

Ό,τι να 'ναι, άμα δεν έχει ο άνθρωπος με τι ν' ασχοληθεί! Καλή συνέχεια!

Υστερόγραφο

Παραμένω ανικανοποίητος. Εκείνο το «επήρε με» εξακολουθεί να μου φαίνεται φυλετικά ανισόρροπο. Πουφ! Αρκετά μ' αυτή την ιστορία!

Saturday, April 18, 2020

Σκιτσομαχίες #03

[ ... συνέχεια - και καλά - από το προηγούμενο ... ]

Ενώ ο Reiser του παρακάτω, αν εξαιρέσετε τη σεξιστική πατίνα, δεν είναι τίποτε περισσότερο ή λιγότερο από μια αλληγορία της σημερινής εποχής, πράγμα που σημαίνει πως εφαρμόζεται σε όλα τα φύλα, τους χώρους, τα επίπεδα. Κάθε θαλασσοδαρμένο ενσταντανέ εμβολισμένων προσφύγων, διάσπαρτων στα σαράντα κύματα απ' το άλφα-βήτα λιμενικό ή την κάπα-λάμδα νομοθεσία, δεν είναι παρά ένα ακόμα τετριμμένο αφήγημα του περιλάλητου ευρωπαϊκού ανθρωπισμού, ο οποίος παλεύει να καλλωπιστεί, ξεντεριασμένος σταυροπόδι, μέσα στα ίδια τα σκατά του.


ΧΙΟΥΜΟΡ ΠΑΡΑ-ΠΕΝΤΕ Νο2
[Κάποτε]

Friday, April 17, 2020

Σκιτσομαχίες #02

O Reiser ορμά, συνήθως, καταπάνω σου με τέτοια περισσή προκλητικότητα, στα όρια κυριολεκτικά της αηδίας, ώστε είναι λογικό ν' αναρωτηθεί κανείς μήπως ο συγχωρεμένος ήταν, τελικά, αντιστρόφως και δυσανάλογα ευαίσθητος, ως προς την εικόνα που γύρευε να προβάλλει - εκείνη δηλαδή του μισογυνισμού, του ρατσισμού και ό,τι άλλο. Η υπερβολή του είναι ενίοτε τέτοιας κόψης και ισχύος, ώστε προτού καλά-καλά το καταλάβεις βρίσκεις τον κόσμο σου θρυμματισμένο και το στομάχι σου δεμένο μ' εκείνους τους ναυτικούς κόμπους που ποτέ δεν κατάλαβα ούτε πώς δένονται, ούτε πώς λύνονται. Φορές πάλι, τα δάκρυα στριμώχνονται στους αδένες σου, σε μικρούς πηγμένους κόμπους. Τουλάχιστον, έτσι συμβαίνει, αν σε πιάσει απροετοίμαστο και με την ψυχή ορθάνοιχτη. Το παρακάτω δεν είναι απ' τα πιο δυνατά του κι ίσως εύκολα να το χαρακτήριζε κανείς σεξιστικό. Αλλά είναι σεξιστικό με την ίδια λογική που μια αντιπολεμική ταινία αναγκαστικά θα σου τρίψει τη βία στη μούρη, δε θα σε προφυλάξει από αυτήν. Είναι ωστόσο χαρακτηριστικός Reiser. Παίρνει ένα συνηθισμένο κλισέ και το τραβάει τόσο πέρα απ' τ' άκρα, ώστε το κλισέ αποκτά άλλη διάσταση. Στο τέλος των περισσότερων ιστοριών, αισθάνεσαι απογυμνωμένος κι απόλυτα εκτεθειμένος. Ένα αναιμικό κύμα απόγνωσης μεταγγίζεται στις αρτηρίες σου και μια διακριτική πανώλη απλώνεται και σαπίζει τους βουβώνες σου. Απομένεις άρρωστος κι απελπισμένος, καταμεσίς σε σελίδες με βρωμερά, παρηκμασμένα και παραιτημένα ανθρωπάκια, μουτζαλιές των οποίων η όψη θυμίζει οριακά ανθρώπινο είδος, ωστόσο η πριονωτή κόψη, η χαοτική δομή, η σχιζοφρενική ασάφεια λειτουργούν ως αντανακλάσεις ενός μύχιου εαυτού, π' ουδέποτε θ' αναγνωρίζαμε την ώρα που πλένουμε τα δόντια μας. Κατά βάθος, όλη ετούτη η ναυτία πηγάζει από ένα και μόνο γεγονός: μ' όλη τη σαπίλα της, δυστυχώς, η πραγματικότητα του Reiser μας φαίνεται τόσο οικεία που τρομάζει! Reiser λοιπόν, για σήμερα. Έτσι, γιατί μ' αρέσουν οι προκλήσεις.



ΧΙΟΥΜΟΡ ΠΑΡΑ-ΠΕΝΤΕ Νο2
[Κάποτε]

Tuesday, April 14, 2020

ΗΛΙΑΣ ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ - Ελεγεία για τον έρωτα και τα άγνωστα τραγούδια

[ Πηγή: www.doctv.gr ]

Λόγος επικήδειος διά τα παλαιά άγνωστα ρεμπέτικα τραγούδια, αλλά συγχρόνως και ελεγεία εις ανάμνησιν της ομορφιάς μιας γυναίκας εξαιρετικώς αγαπηθείσης.


Καλούνται ρεμπέτικα τραγούδια τα άσματα των πληγωμένων, απλών, αγνών και αισθαντικών ψυχών της Ελλάδος. Η περιφρονημένη χωρίς ανταπόκριση αγάπη και το τρισμέγιστον μαρτύριον του θαμένου εκουσίως έρωτος από τα ρεμπέτικα τραγούδια εξόχως ανιστορήθησαν. Τα ρεμπέτικα υπήρξαν κάποτε η παρηγοριά μας. Ήταν οι λευκοί ασπασμοί των παραγνωρισμένων. Αξιώθηκα να κρατήσω στα χέρια μου το βουβό, πλέον, μπουζούκι του στρατηγού Μακρυγιάννη. Ρεμπέτικα δεν τραγουδούσαν οι γυναίκες (αυτές συνήθως αργά κατανοούν το πόσο αγαπήθηκαν), ούτε τα τραγουδούσαν οι σκληρόκαρδοι.

Όχι μόνο για την αλήθια, αλλά και για την ομορφιά της αλήθιας νιάζομαι. Μη μου στείλεις περιστέρια· μαντεύω τα λόγια αγάπης που θα μου πεις. Ο έρως συμβαίνει σαν δυστύχημα. Κρατούσα, τότε, σαν βιολί το σώμα σου, μα τώρα που είμαστε μακριά σ' έχω φωτιά παντοτινή μες στην καρδιά μου. Θα ψάχνεις λυπημένη να με βρεις στους άδειους δρόμους και θα ρωτάς παντού για μένα, και στην περιρρέουσα μελαγχολία των ρεμπέτικων τραγουδιών θα αναζητάς επί ματαίω παρηγοριά. Εφέτος ανήμερα το Πάσχα έβρεχε και η δολιότης πίκραινε την καρδιά μου. Το ξέρω· η θέση μου είναι στο νεκροταφείο. Είμασταν ακόμη παιδιά όταν μας μάραναν και ζήσαμε σαν γέροι. Δεν είμαι δικός μου. Σιωπώ μεν, αρνούμαι δε να πεθάνω γιατί τα δακρυσμένα μάτια σου πάντα με γνέφουν. Θλιβερά βλέματα τέκνα της σιωπής μου. Ο θάνατος απόψε διώχνει το κάθε τι απ' την ψυχή μου. Χαίρομαι την παραφροσύνη μου τώρα.

Το αληθές απόβαρον ενός ανθρώπου ισούται με τις αγάπες, τον οίκτο και την αηδία πού ένιωσε στη ζωή. Δύο μεγάλες αδικίες εγνώρισα: την φτώχια και την ερωτική καταφρόνια. Τα ρεμπέτικα προήχθησαν εις μαυσωλείον αισθημάτων. Το να υποφέρεις απ' του κόσμου τις πίκρες είναι αναγκαίον, και ίσως νόμιμο. Πάθος έδωσα και πάθος δεν έλαβα, κι ό,τι έπιασα έγινε στάχτη. Πολλά εδιδάχθην από τα ρεμπέτικα. Ο πατέρας μου με γαλούχησε με τα τραγούδια αυτά. Έχτισα το παρόν βιβλίο, σα να έχτιζα χελιδονοφωλιά, προς χάριν του ισοβίου φίλου Τσιτσάνη. Την εγκαρτέρηση εδιδάχθην από τα ρεμπέτικα.

Σήμερον κηδεύομαι. Σβήνω (άχ, σβήνω) όταν εσύ χρησιμοποιείς τα αισθήματα μου σαν κέρματα. Αν πρόκειται κανείς να διατηρήσει την ευαισθησία του ας είναι ο ηττημένος. Τα ρεμπέτικα τραγούδια βάλλουν ως αναμνήσεις. Ζήσαμε τις πιο εφιαλτικές νύχτες του αιώνος. Οι ενθυμήσεις ελλοχεύουν. Ένιωσα τα πάντα μόνον σαν πάθη. Άφησέ με νάμαι παράφορος, αφού η λογική είναι ο προθάλαμος της τρέλας. Υπήρξα ένας Ιδανικός Φαύνος. Θα σε γκρεμίσω με δάκρυα, ζοφερή πολυαγαπημένη.

Τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι τραγούδια της καρδιάς. Και μόνον όποιος τα πλησιάσει με αγνό αίσθημα τα νιώθει και τα χαίρεται. Γιατί, η καρδιά με καρδιά μετριέται. Έκλεισεν ό κύκλος των ρεμπέτικων τραγουδιών. Ανήκουν πια στο παρελθόν τα τραγούδια αυτά. Χοροστατώ μοιραίως στό μνημόσυνο τους αφού ο *** κυμαίνεται, τη νύχτα αυτή, μεταξύ ευφημίας και επιβιώσεως. Αίφνης σκοτείνιασε η πλάση και η αυτοκτονία απέβη το όνειρο εκάστου εχέφρονος ανθρώπου. Ο θεηφόρος έρως μόνη πειθώ τής ζωής. Φυλακτά σε σχήμα καρδίας αντίκρυσα στο βυζαντινό μουσείον Αθηνών. Στα λάσια μπράτσα των ρεμπέτηδων συχνά βλέπω κεντημένη μιά καρδιά με φυλλοκάρδια, όπου στη μέση της έχει το όνομα της πολυαγαπημένης.

Οι νεοελληνικοί αιώνες εγκυμονούσαν τα ρεμπέτικα τραγούδια. Στον έρωτα ο χρόνος ετάχθη υπέρ των ανδρών. Αφότου γεννηθήκαμε ο θάνατος αναμένει. Ήπια τα χίλια πικρά όχι, πριν καταπιαστώ με τα ρεμπέτικα. Οι χαρές, όπως και οι ηδονές, οδηγούν στην γνήσια θλίψη. Σαν χειρονομίες σφοδρού κοπετού μοιάζουν τα φτερουγίσματα αυτουνών που χορεύουν ζεϊμπέκικο. Ο Γιάννης Τσαρούχης ξέρει γιατί αποκαλεί τον ζεϊμπέκικο Χορό των Χορών. Ίσως, μόνον ένας ερωτευμένος μπορούσε να συντάξει τον επικήδειο των ρεμπέτικων τραγουδιών, πού εξακολουθούν να φαντάζουν σαν μαγικός λουλουδότοπος μακρινός, οριστικά χαμένος και απροσπέλαστος. Ο νους του ανθρώπου (ισχυρός ως ο έρως, πανίσχυρος ως ο θάνατος) εξακοντίζεται προς το παρελθόν. Η θλίψη αποτελεί την ηχώ τών ερωτικών λαϊκών ασμάτων. Είθε, σύντομα τα ελληνόπουλα να διδάσκονται στα σχολεία την απαράμιλλη μελαγχολία των ρεμπέτικων τραγουδιών.

Θα σταδιοδρομήσω του λοιπού ως προδότης. Κατάβαθα κι εγώ, κατάβαθα κι εσύ, πληγώσαμε τις καρδιές μας. Όλη νύχτα με ξυπνούσαν οι αναστεναγμοί μου. Είμαι φίλος των νεκρών. Το επόμενο πάθος με σώζει από το προηγούμενο, μα κάθε πάθος κατακάθεται στην παλίμψηστη ψυχή μου σαν μαυρίλα, και τότε η αυτοκτονία υποδύεται την λύτρωση. Η ιδιοφυΐα είναι η μόνη αποδεκτή μορφή παραφροσύνης, ο δε οίκτος φόρτος αλλοτρίων δυστυχιών. Οι μεγάλοι έρωτες, όλοι τους, είναι σαν ερωτικό παράπονο. Ο έρως στερείται νίκης. Αρχίζει και τελειώνει με ήττα του ανδρός. Σαν τον Αχιλλέα ήσουνα υπερήφανη και σκληρόκαρδη· όμως, ώρα σου καλή, όπου κι αν βρίσκεσαι, γλυκιά μου αγαπημένη.

Καθώς χαμένο σκυλί, σκυλί του δρόμου, σέρνομαι αυτές τις μαύρες μέρες με άδεια καρδιά και κάθε δειλινό πέφτω, πέφτω, σ' ένα βάραθρο πέφτω. Βέβαια οι γυναίκες στερούνται φαντασίας και πάθους, αλλά εγώ αγάπησα και αγαπήθηκα, κι εσένα δείχνω όταν ερωτηθώ για το νόημα του έρωτος. Λιποτάκτης στην μυριάνθρωπη έρημη Αθήνα που με τρομοκρατεί κι όλο με εξωθεί προς την αυτοκτονία. Η απαισιοδοξία είναι απόδειξη ανθρωπιάς. Εγώ ειμί ο εχθρός μου. Στην ηλικία όπου τώρα πια έφτασα το νιώθω πεντακάθαρα πως είμαι ένας αποτυχημένος. Δεν θα σκεφτόμουνα ποτέ δίχως το συνοικέσιον της μελαγχολίας. Συχνά κλέβω ψυχές, μα εσύ δεν είσαι κοντά μου, ούτε σε ξένα χέρια. Γέρασα με ερωτευμένη καρδιά εφήβου. Είναι υπερβολή να ζεις με αγάπη κι είναι επικίνδυνο να κατέχεις, τόσο πολύ, τα μυστικά της ψυχής σου. Αδυνατώ να θάψω τις αναμνήσεις κι αυτό θα προσδιορίσει τον θάνατο μου. Την κοίτη του τάφου μου είδα. Πόσες μέρες, πόσα χρόνια, θα άντεχες εσύ μιά ζωή δίχως ελπίδες;

Αργείς· η ψυχή μου παγώνει. Κάθομαι τα βράδια, ολομόναχος, κατάμονος, στο καμαράκι που ξέρεις, και κατηγορώ τον εαυτό μου, κι όλο σκέφτομαι περί της αδυσωπήτου φθοράς των αισθημάτων. Ο νους μου αρμενίζει προς την απελπισία. Σκότωσαν, κάποτε, πολλούς φίλους γύρω μου κι από τότε ζω σαν πουλί τρομαγμένο. Σε περιμένω μέρα και νύχτα και κάθε αυγή να ξαναγυρίσεις σε καρτερώ. Με παρασύρει η καρδιά μου (εσύ, γλυκιά μου, ακόμη την κυβερνάς) σε αναπολήσεις της εξαίσιας μορφής σου, που ούτε μπορώ ούτε θέλω να ξεχάσω, και που αφότου εχάθη σε μαύρα σκοτάδια μ' έριξε. Εκείνην που κάθεται αντίκρυ μου την έχω μες στα στήθια μου. Οι σκιές των δολοφονηθέντων φίλων, και ψες τη νύχτα, όπως κάθε νύχτα, ήρθαν αργοσαλεύοντας στον ύπνο μου, και τάχα ήσουνα μαζί τους, μισοκρυμένη, σιωπηλή, μαραμένη. Ευλαβούμενος της μνήμης των περιδιαβάζω στην Οδόν Αναπαύσεως. Όταν φεύγει η αγαπημένη είναι σαν νάχει πεθάνει. Στα μάτια σου τα σημάδια της προδοσίας. Η ομορφιά μιας γυναίκας είναι ένα ένδυμα ευχαριστήσεως. Κλείσε με στην καρδιά σου κι ας το ξέρουμε μόνον εμείς οι δυό.

Ήκμασαν τα ρεμπέτικα τραγούδια την εποχή που μετρούσαμε τάφους. Η δράση σχεδόν αποβλακώνει τον άνδρα. Οι άνδρες των ρεμπέτικων τραγουδιών απεχθάνονται τους μετριοπαθείς. Είναι σοφός όποιος αγαπά κι ελπίζει, και είναι σοφώτατος όποιος λυπάται. Ο ερωτευμένος καταντάει μισός άνθρωπος. Ο οίκτος δέον να θεωρείται της αγάπης η ανάληψις. Έρωτα μάθετε οι ενοικούντες επί της γης. Πάντα οι απογοητευθέντες σώζουν την οικουμένη. Μιά ειδική λεβεντιά απαιτείται για νάναι κανείς ανήθικος. Η λογική μου εδρεύει στην καρδιά μου. Ο έρως θρέφει (αλίμονο) τους ιδεώδεις. Τα του παρελθόντος αγλαΐζονται. Ο κυνισμός φαίνεται πως είναι ο θώραξ των ευαισθήτων, που τους προφυλάσσει από τον δαίμονα της ενδοσκοπήσεως. Ο οίκτος έρχεται με τα χρόνια. Η σκέψη είναι δυστυχία. Εξ οίκτου αμαρτάνω. Τρομάζω όταν σκέφτομαι. Υπήρξες τόσον ωραία που σε σεβόμουνα. Είναι αντιδραστικός κι ο αρνούμενος να αποθάνει. Αντιφάσκω, άρα ζω. Η αυτοκτονία είναι έκφραση ανταποδοτική της κοινωνικής ποινής του ψυχικού εξοστρακισμού. Η μόνη προσωπική χειρονομία στην αυτοκτονία είναι η αυτόχειρη εκτέλεση μιάς κοινωνικής αποφάσεως. Στον έρωτα ενός ανδρός, πιθανώτατα, έχει μεγαλύτερη σημασία το ζέον αίσθημα παρά το όνομα της αγαπημένης. Η κεφαλή μου, τώρα, σε προσκέφαλο φέρετρον, κι όχι στα γόνατα σου, τώρα, αναπαύεται. Έναν σταυρό σού χάραξα στο μέτωπο και σε σημάδεψα. Μοναξιά θωπεία θανάτου.

Τα μάτια της προοιώνιζαν την καταδίκη. Τίποτε δεν μου στοίχισε ο χωρισμός· τίποτ' άλλο εκτός από την ενθρόνιση της μελαγχολίας. Μάλλον δεν υπάρχουν γυναίκες ανιδιοτελώς ερωτευμένες. Η γυνή φιλοδοξεί να αποβεί νεκροθάφτης του αγαπημένου της. Θάνατοι και θάνατοι θα διαβούν μα συ θα βαστάς μέσα μου. Εσύ, που απουσιάζεις κι ωστόσο νιώθω να με κοιτάς με χίλια μάτια. Εσύ, που ήσουνα εκείνη με τα πικρά δάκρυα και τα ολόγλυκα φιλιά. Η δεινή, εσύ, που μ' ανάγκασες ν' αγαπήσω τα λουλούδια περισσότερο απ' τους ανθρώπους. Εσύ, η λύκων βρώσις κι ο άγγελος των επιγείων λιβαδιών.

Έπραξαν το πάν για να μαράνουν την ζωντανή καρδιά των ρεμπέτηδων. Οι μεγάλες ψυχές αντιφάσκουν. Ισχυρότερη μνήμη είναι η μνήμη της καρδιάς. Ο λυρισμός ήταν η μόνη επιτρεπτή στους ρεμπέτες πολυτέλεια. Τρυφερότης περιβάλλει, σαν δροσερό φύλλωμα, τα παλαιά αισθήματα. Για μιαν ακόμη φορά, στην άκρη τού γκρεμού, αλλάζω ψυχή κι ο νους μου ανθοφορεί. Καλβίνος του αγνού έρωτος, ελπίζω πως και η πλέον άσπλαχνη αγαπημένη δεν δύναται να σκοτώσει την ποίηση που κρύβει μέσα του ένας σιωπηλός άνδρας.

Βασικώς τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι λαϊκά άσματα της αγάπης και, ειδικώτερα, της ερωτικής εγκαταλείψεως. Τουλάχιστον τα μισά ρεμπέτικα έχουν τον έρωτα θέμα τους, και τα πιο πολλά απ' αυτά θρηνούν τον ερωτικό χωρισμό· την πικρότατη ορφάνια. Ο ρεμπέτης γνωρίζει ότι ο έρως είναι μεταθετό αίσθημα και ότι ο οίκτος των επικυριάρχων η αγάπη είναι. Τόσο έδειραν τα πάθη τους ανθρώπους των ρεμπέτικων τραγουδιών ώστε απώλεσαν το δικαίωμα να εκπροσωπούν τον εαυτό τους. Στα δημώδη άσματα ο εραστής καταπλήσσει με την ανδρεία, ενώ ο εραστής των ρεμπέτικων τραγουδιών εκλιπαρεί, καθικετεύει, ελκύει διά του οίκτου. Σε λιτανεία μετήλλαξε τον πανδαμάτορα έρωτα το ρεμπέτικο τραγούδι, όπου οι περιπτύξεις είναι ψυχικές οι δε μνήμες δεσπόζουν. Τυγχάνων ορθόδοξος ερωτικός πρωθιερεύς αντιλαμβάνομαι σαφώς πως αν δεν χτίσεις μιά ζωή σφαλμάτων και αμαρτιών δεν θα εξαρθείς εις υπήκοον τού θανάτου, πως οπωσδήποτε καλύτερα είναι να σε σκοτώσουν παρά να αυτοκτονήσεις αφού η ανίκητη τρομερή πλειοψηφία των μοχθηρών ούτε αιδημοσύνην ούτε χλωρόν φόβον ένιωσε ποτέ, και, πως η καρδία οίκος της ψυχής εστίν. Η φιληδονία είναι αληθινή αρρώστια. Το γυμνό κορμί σου (ευφροσύνη της οράσεώς μου) οδηγεί στο φθινόπωρο, στο φθινόπωρο. Ουσιαστικώς τα ρεμπέτικα τραγούδια είναι ερωτικές επιστολές. Ο άνθρωπος είναι δύο. Δεν σε αναπολώ παρά σαν μιαν όμορφη κοπέλα (ώ, μεγαλείον των υψηλών γυναικών) να έρχεσαι με την αγκαλιά γεμάτη άνθη, και τότε σε φιλούσα και με αντιφιλούσες, πίστη μου κι ελπίδα μου. Αγάπησα κάποιαν κυπαρισσένια τέως άγνωστη που δεν ξεχνιέται. Εορτή των Νεκρών η μέρα του χωρισμού. Είπες παντού πως με μισείς, σαν όμως ξανανταμώσαμε, την ύστατη φορά, εδάκρυσες και με τρυφερότητα άπλωσες το πολύτιμο φιλντισένιο χέρι σου στο ιδρωμένο μέτωπό μου. Τώρα εδώ κοντά φτερουγίζεις – μακριά μου όσο ποτέ. Με θυμάσαι άραγε ακόμη, φευγάτη μου αγάπη;

Οι ερωτευμένοι χρησιμοποιούν ολόχρυσα λόγια, λόγια πού καίνε, αν και η αγάπη νιώθεται και δεν την αποδεικνύουν. Οι ερωτευμένοι εκφράζονται με υπερβολές γιατί διαβιούν εν υπερβολαίς. Όσο κι αν ο άνθρωπος έχει βουνό την καρδιά αδυνατεί να αγαπήσει πολλές φορές στη ζωή του. Ο έρως είναι ένας γλυκόπικρος εφιάλτης, σάβανο των ζωντανών, φονεύς, ψυχοβγάλτης, νεκροπομπός πουλιών, ελευθερωτής. Τέτοιους έρωτες ψάλλουν τ' αδέρφια μου, οι έσχατοι ρεμπέτες.

«Επικήδειος λόγος:», Αθήναι, Μάιος 1967, από το βιβλίο «Ρεμπέτικα Τραγούδια». Ο Ηλίας Πετρόπουλος (26 Ιουνίου 1928 - 3 Σεπτεμβρίου 2003) ήταν συγγραφέας, ποιητής, μουσικολόγος και ο πρώτος λαογράφος στην Ελλάδα που ασχολήθηκε με το περιθώριο. Έγινε γνωστός στο πλατύ κοινό με το βιβλίο του Το εγχειρίδιο του καλού κλέφτη που εκδόθηκε στην Αθήνα το 1979 από τον εκδοτικό οίκο Νεφέλη ενώ αναμφισβήτητη είναι και η αξία της πρώτης ρεμπετολογικής μελέτης στην Ελλάδα (τα Ρεμπέτικα τραγούδια, 1968), που ακόμα και σήμερα αποτελεί σημείο αναφοράς για τη μελέτη του ρεμπέτικου-τρόπου ζωής του περιθωρίου. Ο Ή. Πετρόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1928. Σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και τουρκολογία στο Παρίσι, όπου έζησε μετά το 1975. Δημοσίευσε περίπου ογδόντα βιβλία και σχεδόν χίλια άρθρα. Τα βιβλία του έχουν συχνά τη μορφή της μελέτης ή της μονογραφίας ενώ πολλά αποτελούν συλλογές άρθρων παρεμφερούς θεματικής, είτε αδημοσίευτων, είτε δημοσιευμένων σε περιοδικά και εφημερίδες της εποχής. Σύμφωνα με τη διαθήκη του, το πτώμα του αποτεφρώθηκε και οι στάχτες του πετάχτηκαν στον υπόνομο.

Friday, December 28, 2018

ERICH FROMM - Είναι η Αγάπη τέχνη;

Είναι η αγάπη τέχνη; Αν είναι, χρειάζεται γνώση και προσπάθεια. Ή μήπως η αγάπη είναι ένα ευχάριστο συναίσθημα που κατά σύμπτωση το γνωρίζει κανείς, το "συναντά" αν είναι τυχερός; Αυτό το μικρό βιβλίο βασίζεται στην πρώτη αντίληψη, ενώ αναμφισβήτητα η πλειοψηφία των ανθρώπων πιστεύουν στη δεύτερη.

Όχι πως οι άνθρωποι θεωρούν την αγάπη σαν κάτι ασήμαντο. Οι άνθρωποι διψούν γι' αγάπη. Παρακολουθούν αναρίθμητα κινηματογραφικά φιλμς που διηγούνται ευτυχισμένες ή αποτυχημένες ερωτικές ιστορίες. Ακούν εκατοντάδες ανόητα τραγούδια για την αγάπη. Παρόλα αυτά, σχεδόν κανείς τους δε σκέφτεται αν υπάρχει κάτι που πρέπει να μάθει σχετικά με την αγάπη. Αυτή η περίεργη αντίληψη, βασίζεται σε ορισμένες υποθέσεις που, ξεχωριστά ή συνδυασμένες, τείνουν να τη δικαιώσουν. Οι πιο πολλοί άνθρωποι βλέπουν το πρόβλημα της αγάπης προωταρχικά σαν πρόβλημα του πώς ν' αγαπηθούν, και όχι του πώς ν' αγαπήσουν, πώς ν' αναπτύξουν την ικανότητά τους γι' αγάπη. Δηλαδή, εκείνο που τους απασχολεί είναι πώς να τους αγαπήσουν οι άλλοι, πώς να γίνουν αξιαγάπητα πρόσωπα. Για να φτάσουν στο σκοπό αυτό ακολουθούν διάφορους τρόπους. Ένας τρόπος, αυτός που κυρίως ακολουθούν οι άντρες, είναι να πετύχουν, ν' αποκτήσουν όση δύναμη και πλούτο μπορούν, στο βαθμό που τους επιτρέπουν τα κοινωνικά περιθώρια της θέσης τους. Ο δεύτερος τρόπος, αυτός που ιδιαίτερα ακολουθείται από τις γυναίκες, είναι να γίνουν ελκυστικές, με τη φροντίδα για το σώμα και το ντύσιμο. Άλλοι τρόποι για να γίνει κανείς ελκυστικός, είτε άντρας είναι είτε γυναίκα, είναι η καλλιέργεια ωραίων τρόπων συμπεριφοράς, η ευχάριστη κι ενδιαφέρουσα ομιλία, η καλοσύνη, η μετριοφροσύνη, η πραότητα. Πολλές από τις μεθόδους που χρησιμοποιούμε για να γίνουμε αξιαγάπητοι είναι οι ίδιες μ' εκείνες που χρησιμοποιούμε για να πετύχουμε στη ζωή, "για ν' αποκτήσουμε φίλους κα να επηρεάζουμε ανθρώπους". Πραγματικά για τους περισσότερους ανθρώπους του πολιτισμού μας, το να είναι κανείς αξιαγάπητος σημαίνει βασικά να συνδυάζει τη δημοτικότητα με την ερωτική έλξη. 

Μια δεύτερη υπόθεση που κρύβεται πίσω απο τη σκέψη ότι δεν υπάρχει τίποτα που να μπορεί κανείς να μάθει σχετικά με την αγάπη, είναι ότι η αγάπη είναι πρόβλημα αντικειμένου κι όχι πρόβλημα ψυχικής ικανότητας. Οι άνθρωποι νομίζουν ότι η αγάπη είναι κάτι εύκολο και ότι το δύσκολο είναι να βρουν το κατάλληλο άτομο που θέλουν ν' αγαπήσουν ή από το οποίο ν' αγαπηθούν. Οι αιτίες της αντίληψης αυτής έχουν τις ρίζες τους στην εξέλιξη της σύγχρονης κοινωνίας. Μια αιτία είναι η μεγάλη αλλαγή που έφερε ο εικοστός αιώνας όσο αφορά την εκλογή του "ερωτικού αντικειμένου". Στη Βικτωριανή εποχή, όπως και σε πολλούς άλλους παραδοσιακούς πολιτισμούς, ο έρωτας δεν ήταν μια αυθόρμητη προσωπική εμπειρία που μπορούσε να οδηγήσει κατοπινά στο γάμο. Απεναντίας, ο γάμος συνάπτονταν συμβατικά είτε με τη μεσολάβηση ενός προξενητή, είτε με τη συνεννόσηση των ενδιαφερομένων οικογενειών, ή και χωρίς τη βοήθεια των μεσολαβητών. Οι κοινωνικές συμβάσεις ήταν το θεμέλιο αυτής της συμφωνίας. Έπαιρναν σαν δεδομένο ότι η αγάπη θα ερχόταν μετά τη σύναψη του γάμου. Στις τελευταίες γενιές, η αντίληψη της ρομαντικής αγάπης έγινε σχεδόν πάγκοινη στο δυτικό κόσμο. Στην Αμερική, ενώ δεν έλειψαν ακόμα ολοκληρωτικά οι συμβατικότητες, η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων γυρεύουν τη "ρομαντική αγάπη", την προσωπική εμπειρία της αγάπης η οποία θα έπρεπε κατόπι να οδηγήσει στο γάμο. Αυτή η νέα αντίληψη της ελευθερίας στην αγάπη μεγάλωσε τη σημασία του αντικειμένου σε βάρος της λειτουργίας.

Στενά συνδεδεμένο με τον παράγοντα αυτό, υπάρχει ένα ακομα χαρακτηριστικό γνώρισμα του σύγχρονου πολιτισμού. Ολόκληρος ο πολιτισμός μας βασίζεται στην επιθυμία ν' αγοράζουμε, στην ιδέα μιας αμοιβαία ωφέλιμης ανταλλαγής. Η ευτυχία του σύγχρονου ανθρώπου βρίσκεται στη συγκίνηση που του δίνει η θέα της βιτρίνας και η απόκτηση όλων των πραγμάτων που έχει τη δυνατότητα ν' αγοράσει τοις μετρητοίς ή με δόσεις. Ο άντρας και η γυναίκα βλέπουν τους άλλους ανθρώπους με παρόμοιο τρόπο. Για τον άντρα, μια ελκυστική νέα - και για τη νέα ένας ελκυστικός άντρας - είναι το βραβείο που προσπαθεί να κατακτήσει. Η λέξη "ελκυστικός / ή" συνήθως σημαίνει ένα ωραίο δέμα από προσόντα που έχουν ζήτηση και εκτίμηση στην αγορά της προσωπικότητας. Αυτό που κάνει ένα άτομο ελκυστικό εξαρτιέται από τη μόδα της εποχής, τόσο στο σωματικό όσο και στο πνευματικό επίπεδο. Στη διάρκεια της δεκαετίας 1920-1930 ελκυστική ήταν η νέα που έπινε και κάπνιζε, με σκληρούς τρόπους, αλλά και σέξι. Σήμερα η μόδα θέλει τα κορίτσια πιο σπιτικά και συνεσταλμένα (σ.τ.μ. το κείμενο έχει γραφτεί, τουλάχιστον 20-30 χρόνια πριν, ωστόσο με μια απλή αναγωγή στην εποχή μας διατηρεί το πνεύμα του αμετάλλαχτο). Στο τέλος του περασμένου αιώνα και στις αρχές του τωρινού, ο άντρας έπρεπε να είναι επιθετικός και φιλόδοξος - σήμερα οφείλει να είναι κοινωνικός και ανεκτικός - αν θέλει να θεωρείται ένα ελκυστικό δέμα. Εν πάση περιπτώσει, το ερωτικό συναίσθημα αναπτύσσεται σ' ένα άτομο συνήθως μόνο σε σχέση μ' εκείνα τα άτομα (ή ανθρώπινα προϊόντα) που βρίσκονται μέσα στα όρια των δυνατοτήτων του για ανταλλαγή. Ψάχνω για την ευκαιρία. Το αντικείμενο θα πρέπει να είναι επιθυμητό από την άποψη της κοινωνικής του αξίας και ταυτόχρονα να με θέλει αξιολογώντας τις φανερές και κρυφές αξίες και δυνατότητές μου. Δυο άτομα λοιπόν ερωτεύονται όταν νιώθουν ότι βρήκαν το καλύτερο διαθέσιμο αντικείμενο στην αγορά, παίρνοντας υπόψη τα όρια της δικής τους ανταλλακτικής αξίας. Συχνά, σ' αυτού του είδους το παζάρεμα, όπως και στο παζάρεμα για την αγορά ενός κτήματος, αξιόλογο ρόλο παίζουν οι κρυμμένες δυνατότητες που μπορούν ν' αξιοποιηθούν. Σ' ένα πολιτισμό όπου επικρατεί το εμπορικό πνεύμα και στον οποίο η υλική επιτυχία θεωρείται σαν η σπουδαιότερη αξία, δεν είναι καθόλου παράξενο που οι ερωτικές σχέσεις των ανθρώπων ακολουθούν το ίδιο υπόδειγμα ανταλλαγής που κυριαρχεί στη αγορά εμπορεύματος και εργασίας.

Η τρίτη πλάνη που οδηγεί στην αντίληψη ότι δεν υπάρχει τίποτα να μάθουμε για την αγάπη, βρίσκεται στη σύγχυση ανάμεσα στην αρχική εμπειρία του ερωτικού συναισθήματος και στη διάρκειά του, η όπως θα λέγαμε διαφορετικά, στο να είσαι μόνιμα ερωτευμένος. Αν δυο άνθρωποι άγνωστοι, ξένοι, όπως ξένοι έιμαστε όλοι ανάμεσά μας, παραμερίσουν το φράγμα που τους χωρίζει και νιώσουν κοντά ο ένας στον άλλο, και νιώσουν ένα, αυτή η στιγμή της συνένωσης είναι μια στιγμή υπέρτατης αγαλλίασης, η δυνατότερη ίσως εμπειρία της ζωής τους. Ακόμα πιο δυνατή και θαυματουργή είναι η εμπειρία αυτή για τους ανθρώπους εκείνους που ήταν κλεισμένοι, απομονωμένοι και ζούσαν χωρίς αγάπη. Αυτό το θαύμα της ξαφνικής εξοικείωσης συχνά διευκολύνεται αν αρχίσει ή συνδυαστεί με τη σεξουαλική έλξη και συνένωση. Ωστόσο, αυτή η μορφή της αγάπης είναι από την ίδια της τη φύση χωρίς διάρκεια. Τα δυο πρόσωπα γνωρίζονται όλο και περισσότερο, η οικείοτητά τους χάνει όλο και πιο πολύ το μυστηριακό της χαρακτήρα, ωσότου ο ανταγωνισμός τους, οι απογοητεύσεις τους και η αμοιβαία τους πλήξη σκοτώνει οτιδήποτε απέμεινε από την αρχική συγκίνηση. Ωστόσο, στην αρχή δεν ξέρουν τίποτε απ' όλ' αυτά. Πράγματι, παίρνουν την ένταση της αμοιβαίας λατρείας τους και της "τρέλας" που νιώθει ο ένας για τον άλλο σαν απόδειξη της μεγάλης τους αγάπης, ενώ αυτό ίσως αποδείχνει μόνο το βαθμό της προηγούμενης μοναξιάς τους και τίποτα παραπάνω.

Αυτή η αντίληψη - ότι τίποτα δεν είναι πιο εύκολο από το ν' αγαπάς - εξακολουθεί να είναι η πιο διαδομένη παρά την αφθονία των αποδείξεων για το αντίθετο. Σχεδόν καμιά προσπάθεια, κανένα έργο δεν αρχίζει με τόσο μεγάλες ελπίδες και προσδοκίες όπως αρχίζει η αγάπη, κι ωστόσο τίποτα δεν αποτυχαίνει τόσο συχνά όσο αυτή. Αν αυτό συνέβαινε με οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα, οι άνθρωποι θα ήταν περισσότερο πρόθυμοι να εξετάσουν τους λόγους της αποτυχίας αυτής και να μάθουν πώς θα μπορούσαν να ενεργήσουν καλύτερα. Ή θα εγκατέλειπαν τη δραστηριότητα αυτή. Και αφού, στην περίπτωση της αγάπης, αυτό είναι αδύνατο, μόνο ένας δρόμος υπάρχει για το ξεπέρασμα της αποτυχίας αυτής: να εξετάσουμε τους λόγους της αποτυχίας αυτής και να προχωρήσουμε στην έρευνα της σημασίας της αγάπης. 

Το πρώτο βήμα είναι να καταλάβουμε ότι η αγάπη είναι μια τέχνη, ακριβώς όπως μια τέχνη είναι και η ίδια η ζωή. Αν θέλουμε να μάθουμε πώς ν' αγαπάμε, πρέπει να προχωρήσουμε με τον ίδιο τρόπο που προχωρούμε όταν θέλουμε να μάθουμε μια οποιαδήποτε άλλη τέχνη, π.χ. μουσική, ζωγραφική, ξυλουργική ή την επιστήμη της ιατρικής και της μηχανικής.

Ποια είναι τα απαραίτητα στάδια στην εκμάθηση μιας οποιαδήποτε τέχνης;

Η διαδικασία της εκμάθησης μιας τέχνης μπορεί απλά να διαιρεθεί σε δυο μέρη: Το πρώτο είναι η εκμάθηση της θεωρίας και το δεύτερο η εκμάθηση της πρακτικής. Αν θέλω να μάθω την επιστήμη της ιατρικής, πρέπει πρωτ' απ' όλα να μάθω τα βασικά στοιχεία για το ανθρώπινο σώμα και για τις διάφορες αρρώστιες. Αλλά κι όταν αποκτήσω όλη αυτή τη γνώση, πάλι δε θα είμαι ικανός στην τέχνη της ιατρικής. Μόνο έπειτα από μακριά πρακτική εξάσκηση θα είμαι κύριος της τέχνης. Μόνο όταν η θεωρητική γνώση και η πείρα της πρακτικής θα έχουν συγχωνευτεί σ' ένα πράγμα - στη διαίσθησή μου, που αποτελεί την ουσία της κατοχής μιας τέχνης. Αλλ' εκτός από την γνώση της θεωρίας και της πρακτικής, ένας τρίτος παράγοντας είναι αναγκαίος για την κατάκτηση κάθε τέχνης - η υπέρτατη σημασία που δίνουμε στην τέχνη αυτή.

Τίποτ' άλλο στον κόσμο δεν πρέπει να είναι πιο σημαντικό από την τέχνη που μας ενδιαφέρει. Αυτό ισχύει για τη μουσική, την ιατρική, την ξυλουργική - και για την αγάπη. Κι ίσως εδώ να βρίσκεται η απάντηση στο ερώτημα: γιατί οι άνθρωποι του πολιτισμού μας προσπαθούν τόσο σπάνια να μάθουν αυτή την τέχνη στο πείσμα των ολοφάνερων αποτυχιών τους; Παρόλο που η λαχτάρα γι' αγάπη είναι τόσο βαθιά ριζωμένη, σχεδόν όλα τ' άλλα φαίνονται να είναι πιο σημαντικά από την αγάπη: επιτυχία, γόητρο, χρήματα, δύναμη. Όλη μας σχεδόν η ενεργητικότητα χρησιμοποιείται για να μάθουμε πώς να πετύχουμε σ' αυτούς τους σκοπούς. Και σχεδόν καθόλου για να μάθουμε την τέχνη της αγάπης.

Σκιτσομαχίες #01


Monday, December 17, 2018

Τρίχες κατσαρές [ Part Two ]

Μετά απ' όσα κουβεντιάσαμε μονάχος μου, στο προηγούμενο μέρος, γίνηκε φανερό ότι η καταπίεση των γυναικών δεν είναι πρόβλημα ξέχωρο από εκείνη των αντρών ή οποιουδήποτε φύλου, τουλάχιστον ποιοτικά. Η γυναικεία καθημερινότητα φαντάζει σαφώς δυσκολότερη, εν γένει, από την καθημερινότητα του άντρα, αλλά θεωρώ ότι τούτο είναι «απλά» ζήτημα ποσότητας (στο απλά βάλτε και περισσότερα εισαγωγικά, άμα γουστάρετε). Για παράδειγμα, η εργασιακή εκμετάλλευση εφαρμόζεται ανοικτιρμόνως και στους δύο, μα στη γυναίκα σαφώς περισσότερο. Η συζυγική εκμετάλλευση, στις μέρες μας, είναι πιο συγκεχυμένη : εφαρμόζεται, κυρίως, από εκείνον που έχει τα περισσότερα λεφτά. Για να μην πιάσουμε την κουβέντα του ευνουχισμού και χάσουμε τη μπάλα, ποιος εκμεταλλεύεται ποιον και ποιος πρώτος ξεκίνησε. Θα υπάρχουν, βέβαια, ένα σωρό παραδείγματα, άμα πιάσει να κουβεντιάσει κανείς με τις γυναίκες, μα δίχως πρόθεση ν' αδικήσω κι εξετάζοντας από ποιοτική σκοπιά, θεωρώ πως η ίδια κιμαδομηχανή που αλέθει τον έναν, η ίδια αλέθει και τον άλλο. Πάντες, ανεξαιρέτως, μα σε διαφορετικούς βαθμούς ή επίπεδα, γινόμαστε τροφή για τους κόρακες ή για τους κόλακες. Τουλάχιστον, οι πρώτοι κοιτούν να σου βγάλουν το μάτι, αφού ψοφήσεις. Μέσα σ' αυτό το πλαίσιο, ακόμα κι εκείνος ο γυναικείος βιασμός, εκκωφαντικό τεκμήριο βιαιότητας και ανθρώπινης ξεφτίλας, θα ήταν θαρρώ κοντόφθαλμο ν' αποδωθεί, με τη στενή έννοια, στη βία ενός ή περισσότερων ανδρών, απέναντι σε μια γυναίκα, μα περισσότερο στη βία ενός ανθρώπου - ή ορθότερα μιας κοινωνίας - απέναντι σ' ένα άλλο πλάσμα. Η άσκηση απόλυτης εξουσίας από μιαν ύπαρξη στην άλλη, είναι δεν είναι γυναίκα, προκαλεί την ίδια αποστροφή. Είναι προφανές ότι σε μια κοινωνία ανδροκρατούμενη οι ευκαιρίες θα περισσεύουν για τους άντρες. Αλλά τούτο δεν είναι παρά ένα ιστορικό στιγμιότυπο, της εξουσιαστικής ιστορίας . Μια γενικότερη ματιά, φέρνει στο ίδιο επίπεδο οποιασδήποτε μορφής βιασμό, ασχέτως φύλου και ηλικίας, αποστολέα ή παραλήπτη. Ο βιασμός ενός παιδιού απ' τον πατέρα του, μιας έφηβης από τις συγκρατούμενές της, η διαπόμπευση ενός πολιτικού κρατούμενου από τους δεσμοφύλακες, μιας πόρνης από τη γειτονιά, μιας σκλάβας από το χαλίφη κι ενός υπηκόου από την κακομαθημένη βασιλοπούλα, είναι διαφορετικές παραλλαγές της ίδιας ιστορίας : από ποια μεριά του μαστιγίου στέκεσαι. Δεν εννοώ φυσικά πως όλα ετούτα εξισώνονται, καθώς στ' ανθρώπινα, ούτως ή άλλως, μια τέτοια φράση δεν θα 'χε κανένα απολύτως νόημα.

Έτσι - πίσω στα πεζά δικά μας - ο άνδρας που οφείλει να κυκλοφορεί στην παραλία άτριχος ή δασύτριχος, κατά το δοκούν της εποχής, λεπτός ή μυώδης, ευγενικός ή αλήτης, ξουρισμένος κόντρα ή ξουρισμένος μούσι, με πλούσια κόμμη αντί φαλάκρας και γραμμωμένους κοιλιακούς αντί λιπώδους ιστού, πουτσαράς και γαμίκουλας, επιτυχημένος και φραγκάτος, τρυφερός μα κι ανυπόταχτος, ώριμος μα γεμάτος φαντασία, πιστός αλλά και σέξι και βάλε οχτώμιση χιλιάδες εγκυκλοπαιδικά λήμματα, επιπλέον, για σφολιάτα και περιτύλιγμα, ο άντρας ετούτος, λοιπόν, δεν έχει να ζηλέψει το παραμικρό από την κοινωνική καταπίεση της ξυρισμένη γυναικείας γάμπας ή της μασχάλης. Κι όπως έχω γράψει κι αλλού και θα επιμένω - μέχρι να μου φέρει κανείς αντίρρηση - η καταπίεση ετούτη στον άντρα καταλήγει δεινότερη. Καθώς η γυναίκα έχει ενδυθεί απ' τα μικράτα της, σχεδόν σα δεύτερη φύση, ετούτη τη ναρκισσιστική αφήγηση του εαυτού της. Έτσι, της φαίνεται καθόλα φυσιολογικό να τριγυρνά βαμμένη κλόουν. Καμιά φορά βαριέται, βεβαίως, να ξουρίζεται και τότε γυρίζει βίντεα στο YouTube για την κοινωνική ανισότητα και άλλα ευτράπελα. Ο άντρας, όμως, (όπως και τα κορίτσια, που δε μεγάλωσαν ως ροζ πριγκίπισσες, αλλά με αξιοπρέπεια) υποχρεώνεται σε μεγαλύτερη ηλικία σ' αυτή τη μασκαράτα και, μάλιστα, με τρόπο υπουλέστερο. Γιατί η πουτάνα κενωνία δεν βάνει καλούπια μονάχα στις γυναίκες. Για όλους φυλάει ένα ρολάκο. Πολύ αργότερα, σα θίγεται για πρώτη φορά ο «αντρικός» ρόλος, ο άντρας αμάθητος και συναισθηματικά περισσότερο αδύναμος - παρά τα παραμύθια, που κυκλοφορούνε - στην προσπάθειά του να διαχειριστεί την ήττα, παραπατά και χάνει. Το αποτέλεσμα : ετούτη η σύγκρουση εσωτερικεύεται ως άγχος, το οποίο χρόνο με το χρόνο και οπισθοχώρηση στην οπισθοχώρηση, αποστραγγίζει κάθε ίχνος πραγματικής γονιμότητας, καθιστώντας το αγόρια, αρχικά, τους άντρες, έπειτα, στείρα κακέκτυπα του εαυτού τους αν όχι και, ψυχολογικά, ανίκανους.

Ένσταση #02 - Τοτέμ και φετίχ

Αλλά καλά τα είπαμε τα κοινωνικά και τα πολιτιστικά μας κι είχα δεν είχα δίκιο, ας το κρίνει ο Θεός. Μα σε τούτο, που θα πω στη συνέχεια, είμαι τόσο βέβαιος για το δίκιο μου, που δεν έχω κανέναν ανάγκη να με κρίνει. Κατηγορώ, λοιπόν, τ' αξούριστα κοράσια για το έγκλημα της πίτας της χορτάτης και του σκύλου του ολόκληρου. Συνώνυμο : μονά, ζυγά, δικά τους. Μα υπολόγισαν χωρίς τον ξενοδόχο, που εν προκειμένω, δεν είναι άλλος από τον διχασμένο τους εαυτό. Τούτη η στάση τους εύκολα θα γυρίσει μπούμερανγκ, μάλιστα δίχως το παραμικρο ανδρικό θύμα.

Ο λόγος απλός. Οι αφελείς μαινάδες παραγνωρίζουν, ασυγχώρητα, τους μηχανισμούς δημιουργίας των φετίχ και συγχέουν την ερωτική επιλεκτικότητα με σεξισμό. Κανένας άνθρωπος δεν είναι ένοχος, ως προς τη δημιουργία των ερωτικών προτύπων του, καθώς τούτα έχουν διαμορφωθεί ανεπιστρεπτί, πολύ προ της συνειδητοποίησής τους. Ως προς αυτό, το οικογενειακό ή κοινωνικό περιβάλλον - ή οποιαδήποτε άλλη ψυχιατρική παράμετρος μου διαφεύγει - έχουν διαδραματίσει το ρόλο τους τον καθοριστικό, δίχως απαραίτητα να καταλογίζονται συγκεκριμένα ευθύνες. Η πολυπλοκότητα των συνθηκών και των ισορροπιών, μέσα στις οποίες διαμορφώνεται ο ερωτικός χαρακτήρας, όχι της σταστιστικής μάζας, αλλά της εύθραστης μοναδικότητας του ατόμου, είναι ένα πρόβλημα συνήθως ανεπίλυτο. Έτσι παρότι ο στόχος της επανατρίχωσης είναι, κοινωνικά, καθόλα εφικτός κι ευκταίος, πρέπει να παραδεχτούμε αντίρροπα ότι κι η ερωτική αποστροφή που μπορεί να προκαλεί, είναι κι αυτή με τη σειρά της καθόλα φυσιολογική. Φαίνεται πως στέκεται αρκούντως δύσκολη η χρυσή τομή, ανάμεσα στη κοινωνική επιτυχία, από τη μία, και την ερωτική, από την άλλη.

Η πλειοψηφία των ανθρώπων, του σύγχρονου ελληνικού (ή δυτικού) μορφώματος, έχει μεγαλώσει με λιγότερο τριχωτά πρότυπα, από εκείνα που θα βόλευαν τις προλαλήσασες. Οι αιτίες μας είναι αδιάφορες, σε τούτη τη συζήτηση. Ως εκ τούτου, δε θα 'ταν μακρυά από την αλήθεια αν ισχυριζόταν κανείς, πως είναι ευκολότερο να πείσεις μια παραλία να κάνει τα στραβά μάτια στην παραβίαση της γραμμής του μπικίνι ή έναν εργοδότη στο μονόφρυδο, παρά να προκαλέσεις σκληρή κι επαρκή στύση - ή άλλης μορφής ηδονική αντίδραση - με μασχάλες, που θυμίζουν τα μυστικά του βάλτου. Έχεις δικαίωμα στην τρίχα; έχεις! Έχεις, όμως, και δικαίωμα στην καύλα του αλλουνού; κανένα απολύτως! Ούτε και δικαίωμα να τον κρίνεις, γι' αυτό. Η εγκαθίδρυση της γυναικείας τριχοφυίας στην ερωτική ζωή μπορεί να στηρίζει τις ελπίδες της, κυρίως, στην αντιστροφή των φετίχ με φετιχοποίηση των αντιθέτων. Έως τότε, ωστόσο, δε χρειάζεται να βαυκαλιζόμαστε ότι μια γυναίκα μπορεί να είναι ταυτοχρόνως και ποθητή και τριχωτή. Περί ορέξεως, φυσικά, κολοκυθόπιτα. Μα τώρα μιλάμε για μαζικές μεταμορφώσεις κι όχι αν έχει ο κυρ-Πέτρος βίτσιο.

Για να δείτε πως δε μιλώ απ' τον αέρα, μα μιλώ με λόγια σταράτα και τίμια, εγώ προσωπικά όχι μόνο δεν αποστρέφομαι, αλλά βρίσκω ασυγχώρητα καυλωτική την τριχωτή μασχάλη, στη γυναίκα. Ρε γουστάρω, σου λέω, φτιάχνομαι. Οι πρώτες εικόνες της δεκαετίας του '70 (γεννηθείς το '74) δεν συμπορεύονταν με τη χαλάουα και το ξυράφι. Ούτε και τα πορνοπεριοδικά της εποχής και ν' αγιάσει ο παππούλης μου, που τα 'κρυβε στο σανίδι, κάτου απ' το εικονοστάσι - ο αθεόφοβος. Εκεί, μπροστά, όπου έκανε τα βράδυα προσευχή, σαν το Παπαγιαννόπουλο. Πού προσευχόταν τώρα, ακριβώς, ο Θεός κι η ψυχή του. Άλλες εποχές, λοιπόν, κι η μασχαλιαία ή εφηβιαία τρίχα σημάδεψε ανεξίτηλα την τρυφερή καρδιά μου. Η τρίχα στο πόδι, τώρα, τούτο είναι μια άλλη ιστορία και του διαβόλου πράγματα. Για κάποιον άλλο, ωστόσο, που μεγάλωσε αντίστροφα, με το εικονοστάσι παραχωμένο και το πορνό κατάφατσα, μπορεί να γουστάρει και το δασύ το πόδι, εξίσου. Άβυσσος η ψυχή του ανθρώπου. Μα τούτο, το πράγμα δεν έχει με το σεξισμό την παραμικρή σχέση, καθώς δεν καθορίζει, ούτε παγιώνει την αξία της γυναίκας κι ούτε κανενός. Μονάχα την ερωτική επιθυμία. Έχει να κάνει μ' όλα εκείνα τα μικροστοιχεία που προκαλούν στον ένα νιρβάνα και εμετό στον άλλο. Μ' όλες εκείνες τις μικρές, προσωπικές αποχρώσεις της αηδίας : μια τρίχα, μια κρεατοελιά, μια ασυμμετρία, μια πληγή, μια παραμόρφωση. Όλες ετούτες οι πηγές της αποστροφής δεν υποκρύπτουν, απαραίτητα, κοινωνικά φορτία. Μπορεί να κρύβουν ισοπίθανα, προσωπικά βιώματα : μια βρεφονηπιοκόμος που μας χτυπούσε, ζέχνοντας ιδρωτίλα, ένας ξένος με βρωμερή αναπνοή, που γελούσε σκυμμένος πάνω στην κούνια μας, ένας θείος γεμάτος ελιές που μας χλεύαζε δημόσια για πλάκα, όλα ετούτα που πρόχειρα σκαρφίστηκα, μπορεί να 'χουν σημαδέψει τις μνήμες με τρόπο, ανεξίτηλα σκοτεινό κι ανθρώπινο.

Κι έτσι - όπως έλεγα στη φίλη μου, που 'χε φρικάρει το κορίτσι - αν ήμουν εργοδότης θα θεωρούσα οποιαδήποτε γυναίκα ισάξια με οποιονδήποτε άντρα - ή άλλον - που θα 'χε τα ίδια τυπικά προσόντα, και θα την προσλάμβανα αναμφισβήτητα, βασιζόμενος περισσότερο στο μέγεθος των ικανοτήτων της, παρά στο μέγεθος της τριχοφυΐας ή της παχυσαρκίας της. Όχι, φυσικά, γιατί είμαι κανάς τύπος, πολύ cool. Σε καμία περίπτωση! Ούτε πολύ cool είμαι, μα ούτε και υποκριτής. Δε μπορώ να ομολογήσω, πως το κόβω το χέρι μου, πως είμαι αναλλοίωτος από την κοινωνική πλύση εγκεφάλου και πως ουδέποτε θα συναντούσα «παραφωνίες», που πιθανόν να μ' έκαναν να διστάσω. Μπορώ να σκεφτώ πολλά «σιχαμερά», που θα με απωθούσαν, μα δύσκολα μπορώ να φανταστώ κάτι που θα με αποθάρρυνε απ' το να είμαι τίμιος στην κοινωνική συναλλαγή μου. Την αποστροφή μου είναι δυσκολότερο να την ελέγξω, αφού πηγάζει από ασυνείδητα βάθη, μα ωστόσο είμαι υπεύθυνος και υπόλογος, μόνο για τη συμπεριφορά μου. Τ' άλλα είναι προσωπικά στοιχήματα και δεν αφορούν κανέναν.

Από την άλλη, ωστόσο, κανείς μα κανείς δε μπορεί να μ' εμποδίσει απ' το ν' αποστρέφομαι, ερωτικά και όχι αξιακά, οτιδήποτε με αηδιάζει στο κρεβάτι ή στο πιάτο μου, είτε αυτό λέγεται μπάμπιες, είτε λέγεται κώλος με σπυριά. Να μην πιάσουμε τώρα τις αμπελοφιλοσοφίες, πως η αγάπη όλα τα ξεπερνά και όλα τα υπερνικά. Ο κάθε άνθρωπος έχει τα φετίχ του κι εκεί η συζήτηση τελειώνει. Είναι αξιοθαύμαστος εκείνος που δεν έχει φετίχ, ή έχει ελάχιστα ή τα 'χει ξεπεράσει εντελώς, αλλά μέχρι να συμβεί ετούτο, σε ποσοστό κοινωνικά επαρκέστερο, η πραγματικότητα θα δυσχεραίνει τις ζωές μας, αναπόφευκτα. Δυστυχώς, δε μπορούμε ν' αρέσουμε σε όλους κι ούτε όλοι να μας αρέσουν. Αυτό, ειπωμένο ντόμπρα, σημαίνει απλά ότι θα υπάρχουν πάντα κι εκείνοι ή εκείνες που δε θα μας αρέσουν. Κανείς, όμως, δε «δε μας αρέσει», έτσι γενικά κι αόριστα. Πάντοτε υπάρχουν λόγοι,  μα σπάνια θα συναντήσεις άνθρωπο, να μην είναι υποκριτής, σ' ένα βαθμό, ως προς αυτούς. Γιατί ακριβώς εδώ κρύβεται όλη η αντάρα κι η σκοτεινιά ψυχής, που αρνούμαστε. Για να μη φανούμε χυδαίοι και μικροπρεπείς στα μάτια μας. Κι οι λόγοι ετούτοι δεν είναι πάντοτε τόσο προφανείς, όπως η τρίχα κάγκελο. Οι άπειρες ερωτικές χυλόπιτες, που εκτοξεύονται καθημερινά - όπως οι τούρτες στο βουβό κινηματογράφο - είναι κι απείρως τιμιότεροι μάρτυρες του τι συμβαίνει, παρά τα χίλια βίντεο για την ισότητα των φύλων. Γιατί μη χέσω, πως οι περισσότεροι κι οι περισσότερες απορρίπτουν τον άλλο στην αξιακή βάση του χαρακτήρα!! Χοχοχο, τι πλάκα!! Στην πραγματικότητα : ο ένας μας πέφτει κοντός, ο άλλος μας πέφτει χοντρός, ο τρίτος ασχημούλης, άλλος είναι σα γύφτος (ζητώ συγγνώμη, από την κοινότητα των Γύφτων, μα τα γράφω, όπως λέγονται), ο δίπλα καραφλός, ο παραδίπλα έχει μεγάλη μύτη κι ένας ακόμα μας βγήκε μικρο-τσούτσουνος και μεροκαματιάρης. Κι η λίστα πάει λέγοντας, τραβώντας χιλιόμετρα και χιλιόμετρα, καλύπτοντας αποστάσεις διηπειρωτικές. Μα όλα ετούτα δεν είναι πάντα σεξισμός ή κοινωνικός ρατσισμός, φιλτράροντας μονάχα την πλευρά που μας συμφέρει.


Επίλογος

Τώρα να πω την αλήθεια, δεν το 'δα όλο το βίντεο, γιατί βαρέθηκα. Μπορεί, δηλαδή, να είμαι κι εντελώς εκτός του θέματος. Αλλά δε γράφω πανελλήνιες. Το βίντεο ήταν απλά η αφορμή, να γράψω εκείνο που γύρευα να γράψω. Το ρεζουμέ είναι πως κάθε λογικός και άνθρωπος (αυτά τα δύο, δε συμβαδίζουν απαραίτητα) δε μπορεί παρά να στέκεται με αποστροφή, απέναντι στα κοινωνικά στερεότυπα, αναγνωρίζοντας αβίαστα - εντός ορίων, αλλά μην το φιλοσοφήσουμε εδώ - το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια και την αυτοδιάθεση ατόμων ή κοινωνικών ομάδων. Όσον αφορά στην ουσία, δε χρειάζεται τίποτα περισσότερο να κουβεντιάσει κανείς.

Η λογική επεξεργασία, ωστόσο, δε λύνει το πρόβλημα από μόνη της. Το στερεότυπο - οποιοδήποτε στερεότυπο, η στερεοτυπική διαδικασία - έχει αλώσει και τους πλέον ελευθεριάζοντες κι ο εχθρός βρίσκεται, ήδη, εγκαταστημένος στα σωθικά μας. Δεν έχω γνωρίσει ούτε πέντε ανθρώπους, που να μην έχουν στερεότυπα για τον ένα ή για τον άλλο λόγο. Επαναστάτες το πρωί, έκαστος στο είδος του, και το βράδυ νοικοκύρηδες. Αλλά πώς όχι; Είναι δυνατόν, για παράδειγμα, να σου πει ο άλλος ότι ψηφίζει Νέα Δημοκρατία και να μη στραβώσεις, μεμιάς, τη μούρη; Του 'χεις έτοιμο προφίλ, από καθέδρας και με συνοπτικές διαδικασίες. Αλλά δεν είναι τούτο στερεότυπο; τι είναι; πολιτική σοφία κι ωριμότητα; Δεν έχουμε στερεότυπα για τους πολιτικούς, τους ταξιτζήδες, τους εγκληματίες, τους γιατρούς, τους ναυτικούς, τις νοικοκυρές, τα πρεζόνια, τους αστυνομικούς, τους γαλονάδες και τις πωλήτριες των εσωρούχων; Ν' αναγνωρίσει κανείς το στερεότυπο, τούτο είναι το ευκολότερο. Το δυσκολότερο, να το θεραπεύσει εξαλείφοντάς το. Χρειάζεται ακάματη προσπάθεια, αδιάλειπτη εγρήγορση κι επίμονη καλλιέργεια. Χρειάζεται δουλειά με τον εαυτό μας και γόνιμη ταπείνωση, απέναντι στο πρόσωπο των θυμάτων μας κι απέναντι στην ωριμότητα, που ζητούμε να κατακτήσουμε.

Μα κι εκείνος που ξεσηκώνεται και διεκδικεί, δεν πρέπει να το κάνει με αφέλεια και άγνοια, ως προς το τίμημα, σα χάπατο ή barbie που ξεστράτισε. Πρέπει να γνωρίζει ότι το βήμα, που ζητά να κάνει μπρος, με τρίχα ή ξουρισμένος, δεν είναι προσωπική διεκδίκηση, μα γυρεύει να παρασύρει στο κατόπι του, ολάκερη την κοινωνία. Γίνεται ο Νιλ Άρμστρονγκ της μασχάλης : μια μικρή τρίχα για 'κείνον, ένας γιγάντιος θύσανος για την ανθρωπότητα. Μα πρέπει να 'χει και του τιμήματος τη γνώση. Δεν είναι δυνατόν να μας ακολουθήσουν όλοι διαμιάς. Θα συγκρουστούμε αναπόφευκτα μ' εκείνους που ενεργητικά μας αντιτίθενται ή, πικρότερα, θα απογοητευτούμε από εκείνους που παθητικά μένουνε πίσω. Κι ούτε να πέφτουμε απ' τα σύννεφα, μας πρέπει : «μα είναι δυνατόν; έμεινα αξύριστη δυο μήνες και δεν ήθελε να μ' ακουμπήσει, το κτήνος». Τέτοια αφέλεια ψήνει μέχρι κάστανα. Ούτε να υπερτιμούμε, μα ούτε να υποτιμούμε τους ψυχολογικούς μηχανισμούς στον άνθρωπο. Υπάρχει ένα λεπτό όριο, όπου το προσωπικό υλοποιείται κοινωνικά και το κοινωνικό προσωποποιείται στο άτομο. Μ' ακόμα κι αν αποδεχτούμε πως δεν υπάρχει στερεότυπο, που να μην είναι βλάστηση κοινωνική, δεν ειν' ούτε θεμιτό, ουτ' εφικτό, τα πάντα να μπολιάζονται πολιτικά. Δεν είναι όλα της ίδιας σημασίας. Παλεύουμε με νύχια και με δόντια, στα ζωτικά σημεία (δε νοείται να σηκώνει κανείς το χέρι, στη γυναίκα που δεν κάθεται), όμως στα ήσσονα απευθύνουμε τίμιο κάλεσμα και πρόκληση, ώστε να 'ρθει ως σύντροφος ο κόσμος και να μας συναντήσει. Να βγει απ' το καβούκι του, με το ρυθμό που την παλεύει κι όχι ταχύτερα. Αλλιώς, δε θα 'ναι κτήμα και ουσία του, το νέο, μα ρούχο φορετό.

Ως τότε, όμως, θα πρέπει να παίρνουμε εαυτούς λίγο στην πλάκα. Όπως σε όμορφη παρέα, τα πειράγματα γυρίζουνε και πάνε, δίχως κανείς να παρεξηγείται, μα όλοι εξίσου ευθυμούν, έτσι πρέπει το να 'μαστε. Μια όμορφη παρέα. Να γελούμε με τα γινάτια και τα χάλια μας, με τις αδυναμίες και τα ελαττώματά μας. Να γελούνε οι γυναίκες με τα τσουτσούνια των αντρών κι οι άντρες να κοροϊδεύουν τα αιδοία. Να εκνευρίζονται οι πρώτες με τ' αντρικά καμώματα κι οι άντρες, με τη σειρά τους, με τα θηλυκά γινάτια. Τι κι αν είναι όλα κλισέ, αυταπάτες και χιλιο-ειπωμένα; Τι κι αν η πολυήμερη αξυρισιά κάνει τις γυναίκες πιο άντρες κι απ' τους άντρες ή, αντιθέτως, το αποτριχωμένο στέρνο φέρνει στον άντρα μια φλουφλάδα; Τι κι αν έτσι νομίζουμε ή αλλιώς, σφάλλοντας από συνήθεια; Και ναι, ουτ' είναι αστείο, ουτ' έχει πλάκα να μένουν γυναίκες άνεργες, βιασμένες ή δολοφονημένες εξαιτίας των όσων κουβεντιάσαμε. Μα ούτε χρειάζεται να κουβαλάμε ετούτα τα δεινά στις συντροφιές μας, φέρνοντας την καταστροφή εκεί που θα 'πρεπε να υπάρχει η χαρά της συναναστροφής. Μέσα απ' τη χαλάρωση του κοινού πειράγματος, σα γίνεται με αγάπη αληθινή προς το πρόσωπο του ανθρώπου, τα ήθη χαλαρώνουν (με την καλή την έννοια) μ' ευφορία εθιστική, μεθυστική και ερεθιστική. Το πείραγμα της τρίχας, να γίνει άγγιγμα, να γίνει χάδι κι έπειτα η πλάκα θα πάψει να 'ναι πλάκα. Τι άλλο θέλει η φύση μας, παρά να καταλαγιάσουν τα εγώ; Τόσο τα εγώ του «πρέπει», όσο και τα εγώ του «θέλω».